Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Το καΐκι


Όνειρο το ‘χε κείνο το καΐκι
και κλαίγεται, οδύρεται, αγρυπνά
που η θεά δεν το ‘θελε η τύχη
να έχει περισσότερα λεφτά
να ‘χει ένα σπίτι να πουλήσει, ένα τσιφλίκι.

Και παίρνει, ξεκινά έναν κουμπαρά.
Όποτε περισσεύει χαρτζιλίκι,
σπρώχνει τον οβολό του, τον παρά.
Κόβει απ' το φαγητό, κόβει απ' το νοίκι
κόβει απ’ τα χείλη τη μιλιά.

Όλα για τ' όνειρό του: το καΐκι.

Μα φθίνει η ζωή, κυλάει φρίκη.
Γκρινιάζει κι η γυναίκα, αγκομαχά.
Τέτοιο δε γνώρισε άλλο ρεζιλίκι
"Αυτό μας μάρανε -σχολιάζει- μοναχά..."
Μετά στο πλύσιμο επιστρέφει και στο μπρίκι.

Κείνος ρεμβάζει και παραμιλά:
"Σκέψου τη θάλασσα, τον ήλιο τεφαρίκι...
Βαθύς ορίζοντας. Το άγνωστο να γελά!
Σκέψου τριγύρω μας τα πλάτη και τα μήκη"
κι αποκοιμιέται σε μια θάλασσα πλατιά
που πλέει ωραίο, στ' όνειρό του, το καΐκι...