Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Της Άμμου


Πύργους, πυργάκια στεριώνει χάμω:
, ο ιππόκαμπος και το δελφίνι.          
Ε
νός χαμόγελου απόηχο, αφήνει
κι ίχνη, σταλιές, στην άμμο. 

Γράφει ένα όνομα, ένα στιχάκι
πλάι στη θάλασσα, κει που νεράκι
το κύμα χύνεται μ' ένα φιλάκι
κι απλώνει ολόξανθη, καινούργια άμμο.

Ξαναγεννιέται και παίζει και χαμογελάει.
Δημιουργεί, συγκεντρώνεται, τρέχει.
Παιδάκι αμάραντο μείνε κοντά μου..

όλη τη νιότη σου, δίνεις της άμμου. 

Kοιτά το σύννεφο· μετά, διαβάζει.
Ύστερα γεύεται απ' το μπράτσο τ' αλάτι.
Μια ηλιαχτίδα σκουπίζει απ το μάτι· 
στης ματαιότητας ξαπλώνει, την άμμο.

Άπειρο, αέναο, θα 'ρθει τ' αγέρι
κι απ' τα μαλλιά μας καθώς περάσει,
έργα και βήματα, θα τα χαλάσει
με της ασέβειας το άξεστο χέρι.                    

Θα έρθει απρόσκλητος χρόνος, να κόψει
ό,τι έχουμε, έστω λίγο, δικό μας
μα η μνήμη -εφτάψυχη- μες τ' όνειρό μας            
της ευτυχίας θα αναπλάθει την όψη.  

Πίσω ό,τι αφήνουμε, ένα κοχύλι.         
Στ' αυτί αν το φέρεις, σ' ανέμων χείλη
ακούς τη θάλασσα -αχός θαλάμου- 
και τα αιθέρια λόγια της άμμου.



Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Τεχνίτης


Πλάθει, τεχνίτης, ρίμες και μέτρα
σ
την ερημιά της στέπας και του κάκτου.
Σ
τη χώρα της ντροπής και του θανάτου
των λέξεων σμιλεύει την πέτρα.

Όσο αυτός -κεράκι- εξαντλείται,
παίρνει οστά το έργο του και σάρκα
μα της δικαίωσης δε φαίνεται η βάρκα,
μια επανάσταση μικρή ας συντελείται.

Μόνο έρχεται το μόχθο ν' απαλύνει
μία σιωπή κατάλευκη σα χιόνι
πάνω στο έργο που κρυφό θε ν' απομείνει.

Εκεί που ιδρώτα κι αίμα έχει αφήσει
ήδη της λήθης το γεράκι αργά σιμώνει
και με το ράμφος του, ευθεία θα βουτήσει.


Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Ονειροπόλος


Ονειροπόλος, ο αρχιτέκτονας του ανύπαρκτου.
Στις πολιτείες του, φυσούν οι πέντε ανέμοι
των συνειρμών κι η φαντασία -μελάνι- χύνεται
σαν ξετυλίγεται των σκέψεων η ανέμη.

Ονειροπόλος, ο ανικανοποίητος·
ο συντριμμένος, ο θρασύς, ο μυθοπλάστης
που θρέφεται απ' την αποτυχία του
για να διαφεύγει στ' όνειρό του, μετανάστης.

Ονειροπόλος, ο φτωχός, ο καλοκάγαθος
που κολυμπά στης επινόησης τον πλούτο           
κι ως λούζεται την άγνοια φως απέραντο,
της ευτυχίας γρατζουνάει το λαούτο.                      

Αν βρει τα σκούρα, πλάθει καταφύγιο
-για να γλιτώσει της αλήθειας το μολύβι-
ένα καλύβι απ' της ανάμνησης το άχυρο.          
Φύρα του ονειροπόλου το σπίτι.

Ονειροπόλος, ο εντός του αεικίνητος,
παραδομένος στη βαθιά, εκεί, πολυθρόνα.            
Ο αδικημένος που όμως μες την ουτοπία του,
φοράει της δικαίωσης τον χιτώνα.

Ο τυχοδιώκτης, που όσο και να το προσπάθησε,
βολεύτηκε στων μύθων του τη σκέψη
κι όσο απλώνονται στα πόδια του, βασίλειο,
είναι νωρίς στον έξω κόσμο να επιστρέψει. 


Ο Ναπολέων, που το θηρίο της σκέψης μάχεται
κι ευθεία προχωρεί στο βατερλό του.
Ο κακομοίρης θα επιστρέψει πάλι άπραγος
και νικημένος απ το ίδιο τ' όνειρό του...



Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

Μελαγχολία των καφενίων της Σίψας


Στα καφενεία της Σίψας ο ήλιος διαχέεται
απ’ τα κρύσταλλα στα παλιά τραπέζια.
Στα παράθυρα μέσα, το απόγευμα φλέγεται
εξαίσια στου Ιούλη τα χέρια.

Τα καφενεία της Σίψας ρημάζουν· απλόχερα
τους χάρισε ο θεός τη γαλήνη.
Μόνο οι άνθρωποι λείπουν, να δούνε το λιόγερμα,
να πιούνε γουλιά καλοσύνη.

Τα καφενεία της Σίψας η πέτρα τα χαίρεται.
Α
φομοιώνονται απ’ το τοπίο.
Μουρμουράει η κυρά Λένη θρύλους και σιάζει, το
σεμέ κάτω απ' το ανθοδοχείο

για το ενδεχόμενο κάποιος σε λίγο να έρχεται
-ταξιδιώτης πέρα απ’ την πόλη-
στα καφενεία της Σίψας που η πέτρα τα χαίρεται
κ
ι αφυδατώνεται η ψυχούλα τους όλη...