Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

Μελαγχολία των καφενίων της Σίψας


Στα καφενεία της Σίψας ο ήλιος διαχέεται
απ’ τα κρύσταλλα στα παλιά τραπέζια.
Στα παράθυρα μέσα, το απόγευμα φλέγεται
εξαίσια στου Ιούλη τα χέρια.

Τα καφενεία της Σίψας ρημάζουν· απλόχερα
τους χάρισε ο θεός τη γαλήνη.
Μόνο οι άνθρωποι λείπουν, να δούνε το λιόγερμα,
να πιούνε γουλιά καλοσύνη.

Τα καφενεία της Σίψας η πέτρα τα χαίρεται.
Α
φομοιώνονται απ’ το τοπίο.
Μουρμουράει η κυρά Λένη θρύλους και σιάζει, το
σεμέ κάτω απ' το ανθοδοχείο

για το ενδεχόμενο κάποιος σε λίγο να έρχεται
-ταξιδιώτης πέρα απ’ την πόλη-
στα καφενεία της Σίψας που η πέτρα τα χαίρεται
κ
ι αφυδατώνεται η ψυχούλα τους όλη...